Οι κύστεις είναι κοιλότητες που επενδύονται από τοίχωμα και συνήθως περιέχουν υλικό υγρό ή παχύρευστο διαφόρου προελεύσεως. Μπορεί να εμφανιστούν στους μαλακούς ή στους σκληρούς ιστούς του προσώπου. Στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου εντοπίζονται αρκετά συχνά στα οστά των γνάθων.

Οι κύστεις των γνάθων είναι ενδοοστικές παθολογικές κοιλότητες των γνάθων που εσωτερικά καλύπτονται από επιθήλιο και περιέχουν υλικό αποτελούμενο από νεκρά κύτταρα, κερατίνη ή βλέννη.

Προέλευση-Παθογένεια–Ταξινόμηση
Ο σχηματισμός των κύστεων των γνάθων προέρχεται από τη διέγερση και πολλαπλασιασμό επιθηλιακών υπολειμμάτων του οστού. Τα υπολείμματα αυτά προέρχονται είτε ως κατάλοιπα του αρχέγονου εμβρυικού στόματος είτε συχνότερα ως κατάλοιπα του επιθηλίου από το οποίο προέρχονται τα δόντια (οδοντογονία). Ταξινομούνται σε οδοντογενείς και μη οδοντογενείς. Επιπλέον, αν εμπλέκεται φλεγμονή, τότε ταξινομούνται σε φλεγμονώδεις ή αναπτυξιακές.

Συχνότητα-Εντόπιση
Οι πιο συχνές κύστεις των γνάθων είναι οι ριζικές ή ακρορριζικές κύστεις που εντοπίζονται γύρω από τα ακρορρίζια νεκρών δοντιών, με δεύτερη σε συχνότητα την οδοντοφόρο κύστη, που αναπτύσσεται κατά κανόνα γύρω από τη μύλη κάποιου έγκλειστου δοντιού, συνηθέστερα σωφρονιστήρα της κάτω γνάθου. Οι οδοντογενείς κερατινοκύστεις είναι η τρίτη συχνότερη κύστη των γνάθων και τις συναντάμε κυρίως στην κάτω γνάθο και στην περιοχή της γωνίας, αποκτώντας πολύ συχνά εξαιρετικά μεγάλες διαστάσεις, απωθώντας παρακείμενα δόντια ή προκαλώντας και απορρόφηση των ριζών τους. Η τάση τους να λαμβάνουν μεγάλες διαστάσεις, η πολύ μεγάλη συχνότητα υποτροπής μετά από αφαίρεσή τους, το πολύ λεπτό και εύθρυπτο τοίχωμά τους, η εμπλοκή τους στο σύνδρομο Gorlin και ο επιθετικός-διηθητικός τρόπος ανάπτυξής τους, καθιστούν τη βιολογική τους συμπεριφορά όμοια με εκείνη των καλοήθων νεοπλασμάτων. Έτσι, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας στην τελευταία της αναθεώρηση κατατάσσει τις κερατινοκύστεις στους καλοήθεις οδοντογενείς όγκους των γνάθων μετονομάζοντας τη βλάβη σε Οδοντογενή Κερατινωσικό Όγκο.

Οι μη οδοντογενείς κύστεις είναι σπάνιες κύστεις, με τις γναθοσφαιροειδείς να εμφανίζονται χαρακτηριστικά ανάμεσα στις ρίζες του άνω πλάγιου τομέα και του κυνόδοντα τις οποίες και απωθούν, τις ρινοϋπερώιες στο πρόσθιο τμήμα της υπερώας στον ομώνυμο πόρο και τις ρινοχειλικές με εξωοστική εντόπιση κάτω από τη ρινοχειλική αύλακα.


Διάγνωση (Κλινική, Ακτινολογική, Ιστολογική εικόνα)

Κατά κανόνα, οι κύστεις των γνάθων είναι ασυμπτωματικές βλάβες και γίνονται αντιληπτές στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  1. Ως τυχαία απεικονιστικά ευρήματα.
  2. Όταν το μέγεθός τους αποκτήσει διαστάσεις που προκαλούν διογκώσεις, οι οποίες είτε γίνονται ορατές, είτε επεκτείνονται σε γειτονικές ανατομικές δομές των οποίων μπορούν εμμέσως να επηρεάσουν τη λειτουργία (κλίσεις-κινητικότητα δοντιών, διάταση-διάτρηση των γνάθων με επεκτάσεις στη στοματική κοιλότητα, ιγμόρειο άντρο ή στη ρινική κοιλότητα).
  3. Σε λοίμωξη, όπου αφορά ή τις ίδιες τις κύστεις ή και τις γειτονικές δομές στις οποίες έχει επεκταθεί η κύστη και η λοίμωξή της, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της οδοντογενούς ιγμορίτιδας. Τα συμπτώματα είναι οίδημα, πόνος, αποστηματοποίηση, ακόμη πυρετός ή και κακουχία.
  4. Σπάνια, σε παθολογικό κάταγμα της κάτω γνάθου στην περίπτωση που η κύστη διηθήσει όλο το πάχος του οστού.
  5. Επίσης, σπάνια σε νεοπλασματική εξαλλαγή με τις ιδιαίτερες συνοδές τοπικές (αιφνίδια εξέλκωση ή/και σκληρία) και περιοχικές εκδηλώσεις (διογκώσεις τραχηλικών λεμφαδένων).

Ακτινογραφικά οι κύστεις των γνάθων εμφανίζονται ως οστικές διαυγαστικές αλλοιώσεις με σαφή όρια αφοριζόμενες με χαρακτηριστική λεπτή ακτινοσκιερή περιφερική πύκνωση από το πέριξ φυσιολογικό οστό.

Θεραπεία
Η θεραπεία των κύστεων των γνάθων είναι χειρουργική. Οι δύο τύποι των επεμβάσεων που εφαρμόζονται είναι η εκπυρήνιση και η μαρσιποποίηση.

Η εκπυρήνιση συνίσταται στην πλήρη χειρουργική αφαίρεση της κύστεως με έμφαση στο κυστικό τοίχωμα σε όλη την έκταση της βλάβης. Εφόσον το επιτρέπει το μέγεθός της, ώστε να καταστεί πλήρης και ασφαλής η αφαίρεσή της, η προσπέλαση γίνεται ενδοστοματικά για αισθητικούς λόγους. Σε διαφορετική περίπτωση, η προσπέλαση γίνεται εξωστοματικά. Στις περιπτώσεις μεγάλων κύστεων και ακολούθως μεγάλων οστικών κοιλοτήτων, οι τελευταίες συχνά γεμίζονται με οστικά μοσχεύματα, ιδανικά του ίδιου του ασθενούς (αυτόλογα), ή με άλλα βιοσυμβατά υποκατάστατα (αλλοπλαστικά), για να αποτρέψουν ουλώδη επούλωση της οστικής κοιλότητας ή την πιθανότητα μετεγχειρητικής διάσπασης του χειρουργικού τραύματος και της επακόλουθης καθυστερημένης επούλωσης (επούλωση κατά β’ σκοπό). Η εκπυρήνιση των κύστεων κατά την περίπτωση εμπλοκής και νέκρωσης δοντιών συνδυάζεται υποχρεωτικά με ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση) των εν λόγω δοντιών με ή χωρίς ακρορριζική εκτομή αυτών.

Η μαρσιποποίηση συνίσταται στην ενδοστοματική χειρουργική διάνοιξη ενός ευρέος στομίου στην κυστική βλάβη. Το κυστικό τοίχωμα στην περιφέρεια του στομίου συρράπτεται με τον βλεννογόνο του στόματος με σκοπό την μόνιμη «στοματοποίηση» της υπολειμματικής κυστικής κοιλότητας σε ενιαία κοιλότητα με το στόμα. Το στόμιο που δημιουργείται πρέπει πάντα να παραμένει ανοιχτό και αυτό εξασφαλίζεται με τοποθέτηση ειδικής γάζας ιωδοφορμίου εντός της μαρσιποποιημένης κύστης άμεσα μετεγχειρητικά, που σε λίγες μέρες αφαιρείται και τοποθετείται στο στόμιο εξατομικευμένο πώμα. Ο ασθενής καθοδηγείται να αφαιρεί περιστασιακά το πώμα για να καθαρίζει την κοιλότητα με αντισηπτικές στοματοπλύσεις. Με τη διαδικασία αυτή, η κύστη μακροπρόθεσμα υποστρέφεται με τη σταδιακή αναγέννηση του οστού που χάθηκε από την κυστική εξεργασία. Η διαδικασία της μαρσιποποίησης έχει το πλεονέκτημα της μικρότερης μετεγχειρητικής νοσηρότητας, αλλά έχει το μειονέκτημα της μεγάλης διάρκειας θεραπείας, που σε μεγάλες κύστεις υπερβαίνει τους 8-10 μήνες (στην άνω γνάθο και πολύ περισσότερο) και που προϋποθέτει άριστη συνεργασία και συνέπεια του ασθενή. Συχνά εφαρμόζεται συνδυασμός αρχικά μαρσιποποίησης, που εξασφαλίζει σμίκρυνση μεγάλων κύστεων, ακολουθούμενη από ασφαλή εκπυρήνιση της μικρότερης βλάβης με το πλεονέκτημα της ταχύτερης οστικής αναγέννησης.